Μαγειρικές Δημιουργίες
Σήμερα, η αυλή και η κουζίνα του σχολείου μοσχοβόλησαν Κρήτη. Όχι απλώς από τα μπαχάρια, τη δάφνη και το φρέσκο θυμάρι, αλλά από μνήμη, συμμετοχή και ανθρώπινη ζεστασιά. Η Νεκταρία Κοκκινάκη, που επιμένει να αυτοσυστήνεται ως παραδοσιακή μαγείρισσα και όχι ως σεφ, παρ’ όλο που είναι γνωστή πέρα από την Κρήτη, πέρα από την Ελλάδα, με πλούσιο συγγραφικό και τηλεοπτικό έργο, έφερε μαζί της κάτι πολύ πιο σπουδαίο από τη συνταγή της: έφερε τον τρόπο που η συνταγή γίνεται πράξη.
Μαζί με τους μαθητές, ζύμωσαν τον χρόνο. Τα χέρια των παιδιών έπλασαν ένα-ένα τα σκιουφιχτά μακαρόνια, όπως τα έφτιαχναν παλιά στα σπίτια των χωριών, με υπομονή, ρυθμό και κουβέντα. Το ζυμάρι, γινόταν λεπτό κορδόνι στις παλάμες τους, τα χαμόγελα άνοιγαν, και κάθε μακαρόνι γινόταν μια μικρή νίκη συνεργασίας. Δίπλα, ο κόκορας ετοιμαζόταν αργά, όπως προστάζει η κρητική κουζίνα: με κρεμμύδι, ντομάτα, φρέσκο πελτέ, κρασί καλό, δάφνη, κανέλα και χρόνο. Γιατί το καλό φαγητό, είναι σαν την παράδοση όπως μας ορμήνευε η κυρία Κοκκινάκη: δεν βιάζεται, περιμένει να ωριμάσει.
Η κ. Κοκκινάκη δεν έκρυψε τη συγκίνησή της. Τα μάτια της γέμισαν πολλές φορές δάκρυα, όχι από κούραση, αλλά από έκπληξη και θαυμασμό. Δεν περίμενε τέτοια συμμετοχή, τέτοια προσήλωση, τέτοια χαρά. Οι μαθητές δεν ήταν θεατές, ήταν συμμέτοχοι. Έκοβαν, ανακάτευαν, ρωτούσαν, δοκίμαζαν. Έμπαιναν στον ρόλο του μάγειρα όπως μπαίνει κανείς σε έναν χορό: με σεβασμό και ενθουσιασμό.
Το τελικό πιάτο μας καθήλωσε όλους. Τα σκιουφιχτά, δεμένα με τη σάλτσα του κόκορα και πασπαλισμένα με αθότυρο, μιλούσαν τη γλώσσα της Κρήτης: λιτή, τίμια, βαθιά νόστιμη. Και όταν πια οι κατσαρόλες άδειασαν, έμεινε κάτι πιο δυνατό από τη νοστιμιά: η απόδειξη πως η κουζίνα μπορεί να γίνει παιδαγωγική πράξη, γέφυρα συμπερίληψης και χώρος συνάντησης.
Η παρουσία σπουδαίων μαγείρων ή καλύτερα ανθρώπων που τιμούν την παράδοση, δίπλα σε μαθητές ειδικής αγωγής δεν είναι απλώς μια δράση. Είναι δήλωση αξιών. Είναι το μήνυμα ότι η γνώση μοιράζεται, ότι η τέχνη κατεβαίνει στο ύψος του ανθρώπου, ότι τα παιδιά αυτά δεν «βοηθούν», αλλά δημιουργούν. Και τότε, η κρητική κουζίνα παύει να είναι μόνο γεύση. Γίνεται πολιτισμός, αγκαλιά και μνήμη που συνεχίζεται.





